ὕδωρ

ὕδωρ [, v. fin.], τό, gen. ὕδατος: an [dialect] Ep. dat. ὕδει in Hes.Op.61, Thgn.961; later nom.
A

ὕδος Call.Fr.475

; [dialect] Boeot. [full] οὕδωρ prob. in IG7.3169 (Orchom.):—water, of any kind, but in Hom. rarely of seawater without an epith.,

ἄνεμός τε καὶ ὕ. Od.3.300

, 7.277; but

ἁλμυρὸν ὕ. 9.227

, al., cf. Th.4.26; of rivers, ὕ. Αἰσήποιο, Στυγός, Il.2.825, 8.369, al.; so in Lyr. and Trag.,

ὕ, Ἀσώπιον Pi.N. 3.3

;

ὕ. τὸ Νείλου A.Supp.561

(lyr.): freq. in pl. (but only once in Hom., ὕδατ'

ἀενάοντα Od.13.109

), Καφίσια ὕδατα the waters of Cephisus, Pi.O.14.1;

ῥυτῶν ὑδάτων S.OC1599

;

ὕδασιν τοίς Ἀχελῴου Id.Fr.271

(anap.): spring-water, drinking-water,

οἶνον ἔμισγον καὶ ὕ. Od.1.110

;

ἀφυσσάμεθ' ὕδωρ 9.85

;

ὕδατα καὶ . . δῖτοι Pl.R.404a

;

πότιμον ὕ. X.HG3.2.19

; ὕ. πίνων a water-drinker, D.6.30, cf. 19.46, Ar.Eq.349;

ὕ. δὲ πίνων οὐδὲν ἂν τέκοι σοφόν Cratin.199

, cf. Aristopho 10.3, Bato 2.9, al.: ὕδωρ κατὰ χειρός water for washing the hands, v. χείρ; φέρτε χερσὶν ὕ. Il.9.171;

ὕ. ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν 3.270

, Od.1.146, al.;

λοέσσας ὕδατι λευκῷ Il.23.282

:—on γῆν καὶ ὕδωρ αἰτεῖν and διδόναι, v. γῆ 1.2b:—a curse was invoked upon those who refused fire (i.e. the right to borrow burning embers) or water or to direct a traveller on his way, Diph.62, cf. X.Oec.2.15:—prov.,

ὅρκους ἐγὼ γυναικὸς εἰς ὕ. γράφω S.Fr.811

, cf. Men.Mon.25;

ἐν ὕδατι γράφειν Pl.Phdr.276c

; ὅταν τὸ ὕδωρ πνίγῃ, τί δεῖ ἐπιπίνειν; if water chokes, what more can be done ? of a desperate case, Arist.EN1146a35, cf.

ἐπιρροφέω 1

.
2 rain-water, rain,

ὅτε λαβρότατον χέει ὕ. Ζεύς Il.16.385

;

ὗσαι ὕδατι λαβροτάτῳ Hdt.1.87

;

ἐγίνετο ὕ. ἄπλετον Id.8.12

;

πολύ Th.6.70

, D.59.99;

ὕ. ἐπιγενόμενον πολύ X.HG1.6.28

;

τὸ ὕ. τὸ γενόμενον τῆς νυκτός Th.2.5

, cf. Hdt.8.13: more definitely,

ὕδωρ ἐζ οὐρανοῦ X.An. 4.2.2

, Aristid.Or.50(26).35 (but ἐζ οὐρανοῦ is a gloss in Th.2.77): pl.,

ὕ. ὄμβρια Pi.O.11(10).2

; τὰ Διὸς, or

παρὰ τοῦ Δ., ὕ. Pl.Lg.761a

, 761b;

τὸ ἐκ Διὸς ὕ. Thphr.HP2.6.5

; καινὸν ἀεὶ τὸν Δία ὕειν ὕδωρ, ὕδωρ τὸν θεὸν ποιῆσαι, Ar.Nu.1280, V.261 (lyr.), cf. Thphr.Char.3.4: abs.,

ἐὰν πλείω ποιῇ ὕ. Id.CP1.19.3

: κεραύνια ὕ. thunder-showers, Plu.2.664f;

ὕ. πολλά, συνεχέα μαλθακῶς Hp.Epid.1.1

.
3 for ἐν ὕδατι βρέχεσθαι, Hdt.3.104, v. βρέχω.
4 in the law-courts, τὸ ὕδωρ was the water of the water-clock ([etym.] κλεψύδρ), and hence the time it took in running out,

ἂν ἐγχωρῇ τὸ ὕδωρ D.44.45

;

οὐχ ἱκανόν μοι τὸὕ. Id.45.47

; ἐν τῷ ἐμῷ ὕ., ἐπὶ τοῦ ἐμοῦ ὕ., in the time allowed me, Id.18.139
, 57.61; οὐκ ἐνδέχεται πρὸς ταὐτὸ ὕ. εἰπεῖν one cannot say (all) in one speech, Id.27.12;

τὸ ὕ. ἀναλῶσαι Din.2.6

;

πρὸς ὕ. σμικρὸν διδάζαι Pl.Tht.201b

;

ἐν μικρῷ μέρει τοῦ παντὸς ὕ. D.29.9

; ἐπίλαβε τὸ ὕ. stop the water (which was done while the speech was interrupted by the calling of evidence and reading of documents), Id.45.8;

ἐγχεῖται τὸ μὲν πρῶτον ὕ. τῷ κατηγόρῳ . . , τὸ δὲ δεύτερον ὕ. τῷ φεύγοντι Aeschin.3.197

; ἀποδιδόναι, παραδιδόναι τινὶ τὸ ὕ., to give him the turn of speaking, Id.1.162, Din.1.114.
5 generally, liquid,

ὕδατος εἴδη τὰ τοιάδε· οἶνος, οὖρον, ὀρός Arist.Mete.382b13

, cf. Hp.Cord.12.
II part of the constellation Aquarius, Arat.399.
2 a name for the winter solstice, Paul.Al.A.4.
III Ὕδατα, τά, as the name of places with hot or mineral waters, Ὕ. Σέζτια, Lat. Aquae Sextiae, Ὕ. Νεαπολιτανά, etc., Ptol.Geog.2.10.8, 3.3.7, etc. [[pron. full] by nature,

ὕ?ὕδωρXδωρ Il. 18.347

, al. (usu. with ὕ?ὕδωρX when not at end of line),

ὕ?ὕδωρXδατος 16.229

, al.,

ὕ?ὕδωρXδατι Od.12.363

, al.,

ὕ?ὕδωρXδατ' 13.109

, and so always in [dialect] Att. (exc. sts. in dactylic verse, Ar.Ra.1339); Hom. freq. has ὕ ¯ δωρ (always at end of line exc. in phrase

Στυγὸς ὕδωρ Il.15.37

), also

ὕ ¯ δατος Il. 21.300

,312, Od.5.475
,

ὕ ¯ δατι Il.23.282

, Od.22.439; later [dialect] Ep. admits ὕ ¯ δωρ more freely, A.R.4.601, so that we find [pron. full] in the second half of the foot in h.Cer.381, Batr.97, A.R.4.290, etc.; also in Alc.Supp.11.8.] (Cf. Skt. udán-, gen. udn-ás 'water', OE. woeter, O Norse vatn; I.-E. u(e)d- with suffix r alternating with n (ὕδ--τος): cogn. with Skt. u-ná-t-ti (root ud-), [ per.] 3pl. u-n-d-ánti 'moisten', cf. Lat. unda.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ὕδωρ — water neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύδωρ — το / ὕδωρ, ατος, ΝΜΑ, και ὕδρω, και βοιωτ. τ. οὕδωρ και μτγν. ὕδος, Α (στην νεοελλ. λόγιος τ.) το νερό 2. φρ. α) «γην και ύδωρ» βλ. γη β) «ύδατος και γης απαγόρευσις» (στην αρχ. Ρώμη) μορφή εκούσιας εξορίας ενός εγκληματία στον οποίο απαγορευόταν …   Dictionary of Greek

  • ύδωρ — το γεν. ύδατος, πληθ. ύδατα 1. το νερό, το υγρό στοιχείο της φύσης (θάλασσες, ποταμοί, λίμνες, πηγές, βροχή κτλ.). 2. γενική ονομασία διάφορων χημικών ή φυσικών υγρών: Βαρύ ύδωρ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ύδωρ — [идор] ουσ. о. вода …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ὕδωρ παραρρεῖ. — ὕδωρ παραρρεῖ. См. Время летит …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὑδωρ ὑπέρῳ πλήττειν. — ὑδωρ ὑπέρῳ πλήττειν. См. Воду толочь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ύδωρ, βαρύ — Ένωση, χημικά ανάλογη με το κοινό νερό, αλλά με διαφορετικά φυσικά χαρακτηριστικά, επειδή στο μόριό του, αντί των δύο ατόμων του υδρογόνου, περιέχει δύο ισότοπά του, που ονομάζονται δευτέριο (σύμβολο D). Επειδή η ατομική μάζα του δευτέριου είναι… …   Dictionary of Greek

  • εφ' ύδωρ — ἐφ ὕδωρ και όχι ἐφύδωρ, ὁ (Α) 1. ο φύλακας, ο επιστάτης τού υδραυλικού ρολογιού (κλεψύδρας) στα αθηναϊκά δικαστήρια 2. (ως εμπρόθ. προσδ.) ἐφ ὕδωρ υπό το ύδωρ, κάτω από το νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὕδωρ] …   Dictionary of Greek

  • Βόρβόρῳ ὑδωρ Λαμπρὸν μαίνων, οὔποδ’ εὑρήσεις ποτόν. — βόρβόρῳ ὑδωρ Λαμπρὸν μαίνων, οὔποδ’ εὑρήσεις ποτόν. См. Не плюй в колодезь, приведется воды напиться …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὅρκους ἐγὼ γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω. — ὅρκους ἐγὼ γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω. См. Клятвы любовные …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • αμαρήιον ύδωρ — ἀμαρήιον ὕδωρ (Α) [ἀμάρα] το νερό τής αμάρας, νερό που κυλά μέσα από τον οχετό …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.